Το ποσό που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ως δώρο Πάσχα εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο αμείβεται
Από την 1η Απριλίου, τέθηκε σε εφαρμογή η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, ο οποίος πλέον διαμορφώνεται στα 880 ευρώ μεικτά. Η αναπροσαρμογή αυτή επηρεάζει περίπου 600.000 εργαζόμενους, τόσο σε θέσεις πλήρους όσο και μερικής απασχόλησης.
Μαζί με την αύξηση των αποδοχών, προσαρμόζονται και διάφορα επιδόματα που συνδέονται με τον κατώτατο μισθό, όπως το επίδομα ανεργίας και το δώρο Πάσχα.
Όπως ανέφερε το πρωί της Τρίτης ο Γενικός Γραμματέας Εργασιακών Σχέσεων, Νίκος Μηλαπίδης, «Το δώρο του Πάσχα θα υπολογιστεί με βάση τον νέο κατώτατο μισθό. Πολλά επιδόματα είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτόν, οπότε αυξάνονται αυτόματα».
Υπολογισμός του δώρου Πάσχα
Το ποσό που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ως δώρο Πάσχα εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο αμείβεται. Συγκεκριμένα, όσοι αμείβονται με σταθερό μηνιαίο μισθό δικαιούνται το 50% των μηνιαίων αποδοχών τους ως δώρο. Στην περίπτωση που ο εργαζόμενος πληρώνεται με ημερομίσθιο, το δώρο αντιστοιχεί σε 15 ημερομίσθια.
Εάν κάποιος δεν εργάστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου έως και τη Μεγάλη Τετάρτη, είτε λόγω αποχώρησης είτε απόλυσης, το ποσό του δώρου διαμορφώνεται αναλογικά με βάση το διάστημα απασχόλησης. Για κάθε 8 ημέρες εργασίας, υπολογίζεται 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή ένα ημερομίσθιο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σε περίπτωση απουσίας λόγω ασθένειας, αφαιρούνται μόνο οι ημέρες για τις οποίες έχει καταβληθεί σχετικό επίδομα από τον ασφαλιστικό φορέα του εργαζομένου.
Τι συμβαίνει αν δεν καταβληθεί το δώρο
Εάν ένας εργοδότης δεν καταθέσει το δώρο Πάσχα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, οι εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα να απευθυνθούν είτε ατομικά είτε μέσω των συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Μέσω αυτής της διαδικασίας, μπορεί να υποβληθεί καταγγελία, η οποία οδηγεί στη σύνταξη μηνυτήριας αναφοράς. Η αναφορά στη συνέχεια διαβιβάζεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα, προκειμένου να κινηθεί νομική διαδικασία κατά του εργοδότη για παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας.
Παράλληλα, η υπόθεση διαβιβάζεται και στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, όπου μπορεί να κινηθεί η αυτόφωρη διαδικασία, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.